hits counter

Πατριωτισμός, Ναρκισσισμός & Δημοσκοπήσεις

Πατριωτισμός, Ναρκισσισμός & Δημοσκοπήσεις

Το ερώτημα είναι αν θα έχουμε Ευρωπαϊκό Κοινωνικό Μοντέλο. Αν το απαντήσουμε αυτό, όλα τ’ άλλα έπονται. Δυστυχώς, εν μέσω κρίσης επιλέγεται η «εκλαΐκευση», που τελικά ευνοεί το ρήτορα, όχι το κοινό του. Στην περί πλεονάσματος συζήτηση, βλέπουμε πάλι το ίδιο έργο. Στο απλοϊκό μνημόνιο-αντιμνημόνιο, ξεχνάμε την ουσία και καταλήγουμε σε δύο ακόμα πιο απλοϊκά υποερωτήματα, που επειδή είναι απλά, κυριαρχούν.

«Τις πταίει»; Αυτό το ερώτημα καταλήγει σε μια αποτίμηση του ελληνικού πολιτικού συστήματος και αξιολόγηση του πολιτικού προσωπικού, που είναι και θεμιτό και απαραίτητο. Και η εκλογική συμπεριφορά καταλήγει συχνά να είναι τιμωρητική. Τελικά, όταν από τη διαπίστωση προχωράμε στην πράξη, ευνοούνται πάλι οι «καθαρές απαντήσεις», όσο σύνθετες και να είναι οι προκλήσεις τις οποίες απαντάμε. Και εκεί οι «απλοϊκές» απαντήσεις δεν είναι θεμιτές. Κάπως έτσι είδαμε την Χρυσή Αυγή να γεννιέται από το τίποτα, το ΠΑΣΟΚ να γίνεται τάση της ΝΔ, τον ΣΥΡΙΖΑ να αναπτύσσει δυναμική κόμματος εξουσίας έως τη στιγμή μιας ωρίμανσης, αβέβαιης και ασταθούς, όσο το Ποτάμι «μας κατανοεί» χωρίς να ξέρουμε σε ποιά θάλασσα θα καταλήξει. Και είδαμε, επίσης, τη δημοσκοπική πίεση της ΔΗΜΑΡ.

«Τώρα τι κάνουμε»; Η πρώτη απάντηση είναι «ό,τι προβλέπεται», αφού ο χρυσός κανόνας είναι ότι όποιος έχει τον χρυσό βάζει τους κανόνες. Η δεύτερη απάντηση είναι «ό,τι πρέπει ηθικά να γίνει» για την αντιμετώπιση της ανθρωπιστικής κρίσης. Και εδώ η εκλογική συμπεριφορά παίρνει πολλά μονοπάτια. Οδηγεί σε κάλεσμα για «υπευθυνότητα» ή σε κάλεσμα για «επανάσταση». Και αφού στην πράξη μπορείς είτε να είσαι «καθαρός», είτε ειλικρινής, είδαμε πάλι όλα τα προηγούμενα.
Και όλος αυτός ο διάλογος δε γίνεται σ’ ένα ευρωπαϊκό κενό. Στο ερώτημα εάν μια αποτίμηση του ελληνικού πολιτικού συστήματος φτάνει για να υποδείξει κανείς πώς και γιατί τόσες χώρες εντός της Ευρωζώνης χρεοκόπησαν, παράλληλα, η μια μετά την άλλη, κάποιος είτε θα στρέψει την κριτική του στην ίδια την αρχιτεκτονική της ΟΝΕ, είτε τελικά θα αγνοήσει το ερώτημα και θα επιμείνει: «δε με ενδιαφέρει τι γίνεται αλλού, εδώ τι έγινε», ή το αντίθετο, «δε με ενδιαφέρει τι έγινε εδώ, αλλού τι έγινε τελικά». Για όσους ενδιαφέρονται και για τα δύο, τα πράγματα είναι δύσκολα.

Και στο «τώρα τι κάνουμε» ισχύει το ίδιο δίλημμα. Η μια μετά την άλλη, οι χώρες έκαναν «ό,τι προβλέπεται». Και φαίνεται ότι «λήγει το μνημόνιο»: της Πορτογαλίας, της Ελλάδας, της Ιρλανδίας. Και έπεται η Κύπρος. Ναι, αλλά το κόστος είναι δυσβάσταχτο και μια επιλογή είναι να πει κανείς «εκτός απ’ ότι προβλέπεται, υπάρχει και αυτό που παθαίνουμε». Για όσους δεν είναι διατεθειμένοι να κάνουν ό,τι προβλέπεται, ό,τι και να πάθουμε (αντι-μνημόνιο), ή να κάνουμε ότι πρέπει, επειδή προβλέπεται (μνημόνιο), τα πράγματα είναι δύσκολα. Ευνοούνται οι καθαρές απαντήσεις.

Από τη σκοπιά ενός Ευρωβουλευτή, η απάντηση στο «τις πταίει» δεν τίθεται επί της αρχής. Το ερώτημα είναι με ποιον δίνεις την απάντηση. Και ο αγώνας που έγινε στην Ευρωβουλή ήταν να μην απαντήσουμε μόνοι μας. Η πρόκληση δεν ήταν οι Γερμανοί του Λαϊκού Κόμματος, που μίλαγαν για τζιτζίκια και μέρμηγκες, αλλά οι Ισπανοί που έφευγαν, στην αρχή της κρίσης, από το δωμάτιο, για να μην είναι στο ίδιο κάδρο με την Ελλάδα.

Επίσης, πρέπει να ξέρεις τι θέλεις. Η Ευρωβουλή δεν είναι χώρος σύγκρισης της ηθικής ακεραιότητας των Ευρωπαίων. Εκεί, πρέπει να συζητάμε πώς θα καταπολεμήσουμε τη διαφθορά όλων και να πορευτούμε παράλληλα. Και το μεγάλο ζήτημα είναι το εξής: εάν αποδεχτούμε, «γιατί δε γίνεται αλλιώς», ότι η Ευρώπη έχει το 7% του παγκόσμιου πληθυσμού, το 25% του παγκόσμιου ΑΕΠ και χρηματοδοτεί το 50% των κοινωνικών δαπανών, όπως υποστηρίζει η Καγκελάριος Μέρκελ, τότε το αβίαστο συμπέρασμα είναι ότι πρέπει να μειώσουμε τις κοινωνικές δαπάνες. Εάν είσαι σοσιαλδημοκράτης, λογικά, πρέπει να απαντήσεις ότι η Ευρώπη έχει το 25% του παγκόσμιου ΑΕΠ, παρά το γεγονός ότι έχει το 7% του πληθυσμού, επειδή ξοδεύει το 50% των παγκόσμιων κοινωνικών δαπανών.

Δυστυχώς, πατριωτισμός δεν είναι «οι καθαρές κουβέντες», αλλά οι κουβέντες που πιάνουν τόπο: που λέγονται ψύχραιμα, με προσοχή, στην ώρα τους και στο χρόνο τους, με αξιακή πυξίδα, με επίγνωση των συνεπειών, γνωρίζοντας ποιον έχεις πίσω σου και ποιον απέναντι. Με άλλα λόγια, οι «καθαρές κουβέντες» είναι πολύ συχνά δείγμα ναρκισσισμού, όχι πατριωτισμού. Και, συχνά, δεν ευνοούνται δημοσκοπικά.

Άρθρο που δημοσιεύτηκε-αναρτήθηκε στην ιστοσελίδα REAL POLITICS (http://www.realpolitics.gr/) την Τετάρτη 2 Απριλίου 2014.

Σχολιάστε

Powered by Leader School. Leader Online.