hits counter

Η άμυνα δεν είναι κακή λέξη

Η άμυνα δεν είναι κακή λέξη

Στην Αθήνα, αυτές τις μέρες, η λέξη «άμυνα» φέρνει συνειρμικά στο νου σκάνδαλα διαφθοράς και εξοπλιστικές δαπάνες, οι οποίες είναι η τελευταία μας προτεραιότητα όσο περικόπτονται μισθοί και συντάξεις. Η έννοια «ευρωπαϊκή άμυνα» μάλλον φέρνει στο νου το ΝΑΤΟ και τις επιλογές του. Υπό αυτό το πρίσμα, το γεγονός ότι πρόσφατα εισηγήθηκα την Έκθεση του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου για την Κοινή Πολιτική Ασφάλειας και Άμυνας ίσως δεν αφορά το ευρύ κοινό.

Τα φαινόμενα απατούν. Οι στρατιώτες με το σήμα της Ε.Ε. παίρνουν μέρος σε αποστολές που δε μοιάζουν με την επέμβαση στη Σερβία, τη Λιβύη, ή το Ιράκ. Αυτό το κάνουν κράτη ή το ΝΑΤΟ. Η Ε.Ε. αναλαμβάνει αποστολές με χαμηλότερο δημόσιο προφίλ, πολλές εκ των οποίων δεν αφορούν καν στρατιώτες αν και εμπίπτουν στο γενικότερο όρο «ασφάλεια». Εκπαιδεύουν δικαστές στο Κόσοβο, αστυνομικούς στο Αφγανιστάν, τελωνοφύλακες στη Λιβύη, κυνηγούν πειρατές στο Κέρας της Αφρικής. Με άλλα λόγια, η δράση τους σπάνια ακουμπά αυτό που ονομάζουμε «υψηλή στρατηγική». Αυτό δε σημαίνει ότι τα θέματα αυτά είναι «πολιτικά ουδέτερα».

Το ζήτημα της άμυνας έχει «γωνίες», ιδιαίτερα στην παρούσα συγκυρία, όταν η έκθεση του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου αποτελεί ουσιαστικά συνεισφορά σε μια συζήτηση σε επίπεδο κορυφής, που θα γίνει τον ερχόμενο Δεκέμβριο. Η Σύνοδος αυτή θα είναι αφιερωμένη στο ζήτημα της Κοινής Πολιτικής Άμυνας και Ασφάλειας (ΚΠΑΑ), θέμα που απασχολεί αρχηγούς κρατών για πρώτη φορά από το 2008. Από τότε, ορισμένα πράγματα έχουν αλλάξει.

Καταρχήν, οι Ευρω-Ατλαντικές σχέσεις δε διανύουν την καλύτερη περίοδό τους. Οι ΗΠΑ έχουν καταστήσει σαφές ότι οι προτεραιότητές τους αλλάζουν, με τον Ειρηνικό να παίρνει την πρωτοκαθεδρία από τον Ατλαντικό. Και αυτό, για πρώτη φορά μετά από πενήντα χρόνια, ίσως να σημαίνει ότι η Ευρώπη πρέπει να φροντίσει μόνη της για την ασφάλειά της. Η Ευρώπη αλλάζει, με τη Σύνοδο του Βίλνιους σε λίγες μέρες να καθορίζει «πόσο Ευρώπη» είναι χώρες όπως η Ουκρανία, η Γεωργία και η Μολδαβία. Οι σχέσεις μεταξύ των κρατών-μελών αλλάζουν, με μια Γερμανία που δεν είναι έτοιμη να αναλάβει το ρόλο που κατά τα άλλα διεκδικεί. Στο μεταξύ, η Ευρώπη έχει μεγαλύτερη εγγύτητα σε ευαίσθητες περιοχές, από τον Καύκασο έως το Μαρόκο. Μπορεί κανείς «να εγγυηθεί» ασφάλεια μόνο για την Ευρώπη;

Ό,τι και να κάνει η Ευρώπη, προϋποθέτει μέσα: τεχνολογικά, στρατιωτικά και πολιτικά. Φυσικά, στο πλαίσιο αυτής της συζήτησης, που δεν μπορούμε πλέον να αποφύγουμε, γίνονται μια σειρά από (υπο-) συζητήσεις που μας αφορούν άμεσα. Για παράδειγμα, η έκθεση θέτει το ζήτημα μιας πειστικής ενεργοποίησης της ρήτρας αμοιβαίας συνδρομής στην άμυνα, ενισχύοντας την αίσθηση «του κοινού πεπρωμένου» μεταξύ των Ευρωπαίων πολιτών. Είναι προφανές ότι αυτή η επισήμανση έχει ιδιαίτερο «ελληνικό» ενδιαφέρον, όπως και η συνακόλουθη που καλεί για τη χάραξη μιας ολοκληρωμένης θαλάσσιας στρατηγικής «στη βάση του διεθνούς δικαίου», όπως και την προστασία ενεργειακών υποδομών υδρογονανθράκων. Για μια χώρα που έχει ξοδέψει περισσότερα για εξοπλισμούς απ’ όσα έχει λάβει σε μορφή διαθρωτικών ενισχύσεων, όπως η Ελλάδα, η οικονομική και στρατηγική σημασία αυτής της συζήτησης είναι προφανής.

Αυτά δεν είναι εμβόλιμα εθνικά επιχειρήματα σε μια ευρωπαϊκή έκθεση. Ο κεντρικός ευρωπαϊκός προβληματισμός είναι ότι πρέπει να περάσουμε από την εποχή που είχαμε την πολυτέλεια να είμαστε ένα πολιτικό άθροισμα, σε μια εποχή που θα μπορούμε να έχουμε μια οργανική σύνθεση. Και αυτή είναι μια συζήτηση που δεν αφορά μόνο την ΚΠΑΑ.

Για παράδειγμα, κανείς δεν μπορεί να μιλά για ΚΠΑΑ, χωρίς κάποια στιγμή να μιλήσει για αναπτυξιακή πολιτική. Η αμυντική βιομηχανία δίνει δουλειά σε 750.000 εργαζόμενους στην Ευρώπη. Η εμβάθυνση της εσωτερικής αγοράς άμυνας μπορεί να γίνει με πολλούς τρόπους, βασισμένη είτε σε βιομηχανικούς κολοσσούς και μόνο, είτε με παράλληλη στήριξη της συμμετοχής των ΜΜΕ σε αυτήν, που διαδραματίζουν καίριο ρόλο στην καινοτομία, τη δημιουργία θέσεων εργασίας και την οικονομική ανάπτυξη. Και αυτή η επισήμανση πρέπει, δυνητικά, να έχει «ελληνικό ενδιαφέρον», αφού η έκθεση προτείνει να γίνει προσεκτική διαχείριση της διαδικασίας ολοκλήρωσης της κατακερματισμένης ευρωπαϊκής αμυντικής βιομηχανίας, αξιοποιώντας στο μεταβατικό στάδιο όλα τα χρηματοδοτικά μέσα της Ε.Ε., όπως το Ευρωπαϊκό Κοινωνικό Ταμείο και το Ευρωπαϊκό Ταμείο Προσαρμογής στην Παγκοσμιοποίηση.

Επειδή η Ευρώπη δεν τα πάει καλά με τα οράματα, συνήθως οι συζητήσεις γίνονται επί του συγκεκριμένου και τεχνοκρατικά αφομοιώσιμου. Και εάν κανείς δεν ξέρει τι θέλει σε συνόδους κορυφής, τότε δεν έχει τύχη. Και χειρότερο από μια έλλειψη προοδευτικού πολιτικού στίγματος είναι να βρίσκεσαι εκτός θέματος.

Άρθρο στην «Εφημερίδα των Συντακτών»

Σχολιάστε

Powered by Leader School. Leader Online.