hits counter

Ανατολική Μεσόγειος: γεωμετρικές ασκήσεις και γεωπολιτικές αλλαγές… και κάποιες σκέψεις για το μέλλον της ελληνικής ναυτιλίας

Ελλάδα, Τουρκία, Κύπρος, Ισραήλ: γεωμετρικές ασκήσεις και γεωπολιτικές αλλαγές και κάποιες σκέψεις για το μέλλον της ελληνικής ναυτιλίας

1) Η «ρεαλιστική ευδαιμονία»

Στην Ελλάδα και την Κύπρο η νέα και ανανεωμένη μας σχέση με το Ισραήλ έγινε αντιληπτή ως «εξισορροπητική σχέση» έναντι της Τουρκίας. Είναι δεδομένο ότι τα τελευταία χρόνια η σχέση μεταξύ Άγκυρας και Τελ Αβίβ ήταν μάλλον «ψυχρή». Και αυτό για εμάς σήμαινε ότι οι σχέσεις μας με το Ισραήλ θα ήταν «θερμές». Η διπλωματία, όμως, είναι ένας καμβάς που έχει μόνο αποχρώσεις του γκρι.

Σε γεωπολιτικό επίπεδο, η Τουρκία επέλεξε να αυξήσει την επιρροή και νομιμοποίησή της στον Αραβικό Κόσμο ως πετυχημένο μοντέλο συνδυασμού Δημοκρατίας και Ισλάμ – ιδιαίτερα μετά την Αραβική Άνοιξη – θυσιάζοντας σε μεγάλο βαθμό μια διπλωματική σχέση στην οποία είχε επενδύσει συστηματικά και σε βάθος χρόνου. Στο μεταξύ, η ανάπτυξη της στρατιωτικής συνεργασίας των δύο χωρών ήταν βαθιά και επικερδής για το Ισραήλ. Η σχέση αυτή «πάγωσε» όταν Ισραηλινοί κομάντος επιτέθηκαν στο στολίσκο του Mavi Marmara, που με την υποστήριξη της τουρκικής κυβέρνησης, μετέφερε ανθρωπιστική βοήθεια στη Λωρίδα της Γάζας, το Μάιο του 2010.

Εκείνη την εποχή, η Τουρκία επιθυμούσε να εμφανιστεί ως μοντέλο για την ανάπτυξη των αναγεννημένων δημοκρατιών της Μέσης Ανατολής. Σε αυτό το σχήμα, η Τουρκία υποστήριζε ότι ο συνδυασμός ρεπουμπλικανισμού και μετριοπαθούς Ισλαμ a la Turca, είναι ο μονόδρομος για τη Μέση Ανατολή. Υπό αυτό το πρίσμα, διεκδικούσε την «καρδιά» των Αράβων με μια ρητορική που επιχειρούσε να κατευνάσει δυτικές ανησυχίες για την άνοδο και δυνητική επικράτηση της Μουσουλμανικής αδελφότητας. Ο Ερντογάν πρότεινε την Τουρκία ως μοντέλο αντι-ιμπεριαλιστικής αξιοπρέπειας που δε θα τρομάζει τη Δύση, προβάλλοντας τη σύγκρουση της Τουρκίας με το Ισραήλ ως διαπιστευτήριο μιας μεγάλης δύναμης «προστάτιδας του Αραβικού κόσμου».

Αυτή η στάση της Άγκυρας είχε και μια εσωτερική λογική. Η άνοδος του AKP έβαλε στην πολιτική λαϊκά στρώματα, παραδοσιακά ισλαμικά και άντι-ιμπεριαλιστικά/αμερικανικά/άντι-δυτικά. Αυτό σημαίνει ότι η άντι-δυτική και προ-Ισλαμική/Αραβική/Παλαιστινιακή ρητορική είχε μεγάλα εκλογικά οφέλη στην Τουρκία, ανεβάζοντας τη δημοτικότητα του Ερντογάν. Πράγματι, μετά τα γεγονότα του 2010, η Άγκυρα απαίτησε από το Ισραήλ μια δημόσια συγγνώμη, κάτι που δε συνέβη. Η Άγκυρα αντέδρασε με την ανάκληση του πρέσβη της από την Ιερουσαλήμ και την ακύρωση όλων των στρατιωτικών συμφωνιών. Έτσι, για παράδειγμα, το πρόγραμμα Herron πάγωσε ακριβώς τη στιγμή που η Τουρκία το χρειαζόταν για επιχειρήσεις στο Ιράκ το 2010. Αλλά, το δίχως άλλο, τα πολιτικά οφέλη για την κυβέρνηση Ερντογάν ήταν υπολογίσιμα στο εσωτερικό.

2) Το απατηλό διαζευκτικό «ή»

Η συγκρουσιακή σχέση με το Τελ Αβίβ πήρε απροσδόκητες διαστάσεις μετά τις απειλές της Άγκυρας εναντίον της Κύπρου, που ακολούθησαν την απόφαση της Λευκωσίας να επιχειρήσει έρευνα και εξόρυξη υδρογονανθράκων εντός της αποκλειστικής οικονομικής της ζώνης (ΑΟΖ). Εκείνη τη στιγμή, το Ισραήλ δήλωσε έτοιμο να συνδράμει ακόμα και στρατιωτικά, προκειμένου να εξυπηρετήσει τα συμφέροντά του και την «κοινή ασφάλεια» των δύο χωρών. Ως απότοκο αυτής της στάσης του Ισραήλ, κυριάρχησε μια «ρεαλιστική ευδαιμονία» στην Αθήνα και τη Λευκωσία, έως τη στιγμή που με τη διαμεσολάβηση των Αμερικανών, το Ισραήλ αποδέχτηκε τελικά να ζητήσει συγχώρεση από την Άγκυρα στις 22 Μαρτίου του 2013. Και η ψυχρολουσία για την Κύπρο και την Ελλάδα ήταν ακόμα μεγαλύτερη, καθώς αυτή φάνηκε να συμπίπτει με την οικονομική καταστροφή της Κύπρου, μετά την τελική ανακοίνωση του Eurogroup στις 25 Μαρτίου, ενώ είχε προηγηθεί το κυπριακό «όχι» στο πρώτο πρόγραμμα.

Για πολλούς, αυτή η είδηση σήμαινε απομόνωση και τιμωρία της Λευκωσίας, ιδιαίτερα εάν συνδυαστεί με επίμονες και διαδοχικές δημοσιεύσεις του Economist, που καλούσαν το Τελ Αβίβ, την Noble και τις Βρυξέλλες να «εκμεταλλευτούν τη συγκυρία» για να υπαγορεύσουν α) την επανένωση του νησιού και β) τη διέλευση του φυσικού αερίου της περιοχής από την Τουρκία.

Είναι γεγονός ότι στην πολιτική δεν υπάρχουν μόνιμοι φίλοι αλλά μόνιμα συμφέροντα και ότι η σχέση Τουρκίας – Ισραήλ είναι στρατηγικής σημασίας. Στην πραγματικότητα, μπορεί η χρονική σύμπτωση να μην είναι τυχαία, αλλά μια σειρά από ανεξάρτητες παραμέτρους επέτρεψαν την αναθέρμανση των σχέσεων Άγκυρας και Τελ Αβίβ. Αυτές οι εξελίξεις σε Άγκυρα και Τελ Αβίβ δεν είχαν καμία σχέση με την Κύπρο.

• Ας αρχίσουμε με τις εξελίξεις στην Άγκυρα. Πρώτον, η σύγκρουση της Άγκυρας με το καθεστώς Άσαντ άμεσα και με την Τεχεράνη έμμεσα σήμαινε ότι στη λογική του «ο εχθρός του εχθρού μου είναι φίλος μου», ανοιγόταν μια καινούρια προοπτική συνεννόησης με το Τελ Αβίβ. Δεύτερον, η προοπτική ανακωχής με τους Κούρδους, ή ακόμα και ειρήνης, μετά την αναβάθμιση των σχέσεων με το Βόρειο Ιράκ, σήμαινε ότι η επιρροή της Άγκυρας στην περιοχή μπορεί, πράγματι, να αναβαθμιστεί.

• Ας δούμε τώρα τις εξελίξεις από τη σκοπιά του Τελ Αβίβ. Πρώτον, η απολογία ήλθε μετά από απαίτηση της Ουάσιγκτον, που είναι ο μεγαλύτερος και ο πιο απαραίτητος σύμμαχος του Ισραήλ, τουλάχιστον από τη δεκαετία του 1970, ενώ οι σχέσεις με την Προεδρία Ομπάμα – που είναι στη 2η θητεία του και άρα φοβάται πολύ λιγότερο την επιρροή του εβραϊκού λόμπι – καθιστά την ένδειξη καλής θέλησης απαραίτητη. Και η πρώτη προτεραιότητα Ομπάμα είναι να μην στείλει ούτε έναν ακόμα στρατιώτη στη Μέση Ανατολή. Δεύτερον, η νέα κυβέρνηση στο Ισραήλ είναι απαλλαγμένη από την επιρροή του ακροδεξιού Avigdor Lieberman και, συνεπώς, μια συγγνώμη ήταν πολιτικά εφικτή. Τρίτον, η Συρία είναι κοινός κίνδυνος, που πρέπει να τον αντιμετωπίσουν τοπικοί παίχτες με τη διακριτική και από απόσταση υποστήριξη της Ουάσιγκτον, ενώ παράλληλα υπάρχει συναντίληψη για το τι δέον γενέσθαι έναντι της Τεχεράνης.

Επίσης, καλό είναι να θυμόμαστε ότι η αγορά έχει συχνά τη δική της λογική. Ο όγκος των συναλλαγών στο διμερές εμπόριο των δυο χωρών πήγε από $2,6 δις το 2009 στα 4,5 δις το 2011. Όμως, σίγουρα η κοινή γνώμη στην Τουρκία, όπως και στην Ελλάδα, εξακολουθεί να είναι φιλο-Παλαιστινιακή.

3) Ούτε «ή» ούτε «ευδαιμονία»

Η αξιοποίηση των φυσικών πόρων της Κύπρου απαιτούν ειρήνη όχι μόνο στη Μεγαλόνησο, αλλά και στο Λίβανο και τη Συρία. Όσο για την ιδέα της πώλησης φυσικού αερίου στην Κίνα, το Ισραήλ θα έβρισκε μπροστά του τόσο το Κατάρ, όσο και την Αυστραλία.

Το σχέδιο που προκρίνει η ΔΕΠΠΑ – και προβλέπει σύνδεση με την Ελλάδα με υποθαλάσσιο αγωγό – παρουσιάζει τεχνικές και χρηματοδοτικές προκλήσεις, αλλά από τη στιγμή που θα αποδειχτούν προοπτικές εξόρυξης και στην Κρήτη – που έχουμε βάσιμες υποψίες ότι θ’ αποδειχτούν – μπορεί να είναι ακόμα βιώσιμο. Αλλά η ευρύτερη γεωπολιτική σκακιέρα στην περιοχή είναι ρευστή. Η συμμαχία με το Ισραήλ έχει ακόμα γερά θεμέλια, αλλά σίγουρα δεν μπορούμε να βασίζουμε την εθνική μας ασφάλεια αποκλειστικά και μόνο στη συνεργασία μας μ’ ένα κράτος. Είναι θεμιτό και απολύτως κατανοητό το Ισραήλ να έχει μια ατζέντα πολύ ευρύτερη από τα δικά μας συμφέροντα. Σε κάθε περίπτωση, όμως, θα έλεγε κανείς ότι η Κύπρος δεν πρέπει να νιώθει ότι είναι αντικείμενο μιας παγκόσμιας συνομωσίας. Ακόμα έχει περιθώρια επιλογών, αν και χωρίς αμφιβολία διέρχεται τη δυσκολότερη περίοδο για την εξωτερική της πολιτική από το 1974.

4) Και η ελληνική ναυτιλία σε αυτό το πλαίσιο;

Τα φαινόμενα απατούν. Η ναυτιλία είναι ένας οικονομικός κλάδος εντάσεως κεφαλαίου και όχι εργασίας. Έτσι, το ελληνικό 8% της παγκόσμιας ναυτιλιακής αγοράς – με ιδιαίτερη βαρύτητα στην Ε.Ε. – δε μεταφράζεται αυτόματα σε δεκάδες χιλιάδες θέσεις εργασίας. Έτσι, ενώ η ελληνική ναυτιλία είναι ο δεύτερος σημαντικότερος κλάδος της ελληνικής οικονομίας σε απόλυτη αξία μετά τον τουρισμό, υπολογίζεται ότι άμεσα συνεισφέρει κάτι λιγότερο από το 1% των θέσεων εργασίας. Όμως, αυτή είναι μια ρηχή ανάγνωση της πραγματικότητας.

Τα έμμεσα οφέλη είναι αρκετά σημαντικότερα, εάν υπολογίσει κανείς τον κλάδο των υπηρεσιών μεταφοράς, καυσίμων και άλλων σχετικών υπηρεσιών, που μπορεί να συνεισφέρουν έως και 200.000 θέσεις εργασίας. Δυστυχώς, η συζήτηση επικεντρώνεται στα άμεσα οφέλη. Και αυτή δεν είναι «η λύση στην κρίση».

Στρατηγικά, καθίσταται προφανές ότι η συζήτηση για τη ναυτιλία και τα οφέλη της για την ελληνική οικονομία πρέπει να επικεντρωθεί στα έμμεσα οφέλη. Αυτή είναι μια συζήτηση που ιστορικά τη χρωστάμε στην Ελλάδα. Διαχρονικά, υπάρχει μια συζήτηση για την απόδοση που έχει «η βαριά» βιομηχανία της χώρας μας στην ελληνική οικονομία, ακριβώς επειδή δεν είναι και τόσο «της χώρας μας». Η συζήτηση αυτή είναι θεμιτή.

Υπό αυτό το πρίσμα, όταν μιλάμε για την αναγέννηση της ναυπηγοεπισκευαστικής ζώνης στην Ελλάδα, σε συνέργεια με την Κίνα, μάλλον κινούμαστε προς τη σωστή κατεύθυνση. Πρέπει να δούμε την Ελλάδα όχι ως «μαγαζί», απ’ όπου ο ιδιοκτήτης αντλεί ενοίκια, αλλά ως λειτουργικό σύστημα που διευκολύνει συγκεκριμένες επιχειρηματικές δράσεις. Έτσι, μπορεί πράγματι να κινηθούμε σε μια περισσότερο συμβιωτική παρά καταναλωτική σχέση δημοσίου και ναυτιλιακού κλάδου. Αυτή τη στιγμή:

• Η Ελλάδα δεν είναι χρηματοπιστωτικό κέντρο για την άντληση κεφαλαίων για τη ναυτιλία.

• Η Ελλάδα δεν είναι σημαντικός διαμετακομιστικός προορισμός διεθνώς εμπορεύσιμων αγαθών, ούτε καν για την Ευρώπη.

• Η Ελλάδα δεν είναι μια δυναμική έδρα παραγωγής και ανάπτυξης τεχνολογικής καινοτομίας για τη βιομηχανία.

• Η Ελλάδα, ως κράτος, με τη ναυτιλία, ως κλάδο, δεν αναπτύσσουν συνέργειες.
Σε όλους αυτούς τους τομείς, η Ελλάδα δεν αντλεί τα παράπλευρα οφέλη που θα μπορούσαν να συνεισφέρουν στην ποιοτική αναβάθμιση της ελληνικής οικονομίας.

• Έρευνα και καινοτομία στον κλάδο της μηχανικής χημείας και υλικών, ενέργειας, κατασκευών, ναυπηγικής, κ.ο.κ.

• Logistics

• Βαριά βιομηχανία

• Χρηματοπιστωτικές υπηρεσίες
Είναι χρέος μας να ξεκινήσουμε αυτή τη συζήτηση. Μια συζήτηση διακλαδική (μεταξύ κλάδων), δημόσιου και ιδιωτικού τομέα, είναι απαραίτητη.

• Δεκάδες υποτροφίες δίνονται κάθε χρόνο σε φοιτητές από τον εφοπλιστικό κλάδο, που δεν εντάσσονται, όμως, σ’ ένα συνολικό σχέδιο για την αύξηση της προστιθέμενης αξίας του ανθρώπινου δυναμικού.

• Δεκάδες επενδύσεις γίνονται κάθε χρόνο από Έλληνες εφοπλιστές στην Ελλάδα, που εντάσσονται όμως σε ένα συγκεκριμένο παραγωγικό μοντέλο: τουρισμός, real estate, κ.ο.κ.

• Δεκάδες πλοία αποσυντίθεται κάθε χρόνο, χωρίς ούτε καν τις προφανείς συνέργειες σε επίπεδο εκμετάλλευσης scrap.

Είναι προφανές ότι δεν πρέπει να αναζητούμε «εθνικούς ευεργέτες». Το μέλλον της ελληνικής οικονομίας μπορεί να είναι πολύ καλύτερο, εάν το ναυτιλιακό κεφάλαιο βρει διέξοδο στη στεριά, κάνοντας την Ελλάδα βάση του για την παγκόσμια ανάπτυξή του.

• Η ναυτιλία θα έπρεπε να έχει συμμετοχή στην ανάπτυξη συνδυασμένων μεταφορών και, ενδεχομένως, συμμετοχή σε κοινοπραξίες που αυτή τη στιγμή συζητούν την εξαγορά στρατηγικών σημείων εισόδου στη χώρα μας.

• Η ναυτιλία θα έπρεπε να αναζητεί και στην Ελλάδα λύσεις σε προκλήσεις στόχους όπως η μείωση των εκπομπών του θερμοκηπίου.

• Η ναυτιλία, θα έπρεπε να έχει άποψη για την αναδιαμόρφωση του τομέα χρηματοπιστωτικών υπηρεσιών.

• Η ναυτιλία, θα μπορούσε να έχει συγκεκριμένα αιτήματα και να συνδιαμορφώσει το στρατηγικό σχεδιασμό των (συχνά ανύπαρκτων) προγραμμάτων έρευνας και καινοτομίας.

• Η ναυτιλία θα μπορούσε να έχει άποψη για την τριτοβάθμια εκπαίδευση, που δε θα περιορίζεται στις σχολές εμποροπλοιάρχων.

Η Ελλάδα μπορεί να μην μπορεί να γίνει Δανία, Νορβηγία ή Ολλανδία σε μια πενταετία, αλλά είναι σαφές ότι πρέπει να αποκτήσουμε μια εικόνα για το τι μπορούμε και κυρίως που θέλουμε να πάμε. Ιστορικά, το στοίχημα είναι το εξής:

• Η ναυτιλία, ως κλάδος, να μπορέσει να ελέγξει όλη την παραγωγική αλυσίδα των μεταφορών, αντί να εκτείνεται μόνο οριζόντια προσφέροντας διαφορετικά διαμετακομιστικά προϊόντα. Η καινοτομία και το clustering, άλλωστε, θα είναι πάντα κλειδί για το άνοιγμα και όχι απλά την είσοδο σε μια αγορά.

• Η Ελλάδα, ως κράτος, να μεγιστοποιήσει τα παράπλευρα οφέλη της ναυτιλίας, πατώντας στη κοσμοπολίτικη δυναμική του κλάδου για να διαχύσει τα παράπλευρα οφέλη αυτής της εξωστρέφειας σε όλο το φάσμα της ελληνικής οικονομίας.

• Μαζί μπορούμε να είμαστε ισχυρότεροι. Ο κλάδος και το κράτος μπορούν ν’ αποκτήσουν έναν παράλληλο βηματισμό, στοίχημα που με ευθύνη τόσο του ναυτιλιακού κλάδου όσο και της πολιτικής τάξης χάσαμε και χάνουμε για τουλάχιστον ένα αιώνα.

Η μεγαλύτερη συνεισφορά σήμερα του εφοπλιστικού κόσμου θα ήταν μια πολιτική απαίτηση στη βάση μιας τεκμηριωμένης πρότασης, ένα παραγωγικό όραμα με σαφή προοπτική αμοιβαίας κερδοφορίας.
Εάν γίνει η πρόταση, όσοι την αρνηθούν θ’ αναλάβουν τις ευθύνες τους. Αυτή είναι η λειτουργία όλων των οργανωμένων συμφερόντων σε κάθε δημοκρατία. Αλλά πρώτα πρέπει να γίνει η πρόταση.

Άρθρο στα «Ναυτικά Χρονικά»

Λέξεις κλειδιά:

Σχολιάστε

Powered by Leader School. Leader Online.